ろす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουνάω προς τα κάτω, κατεβάζω (π.χ. σπαθί, γροθιά κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • ぼうろします

    Κατεβάζω το ραβδί.

  • 大工だいく金槌かなづち力強ちからづよろしました

    Ο ξυλουργός κατέβασε δυνατά το σφυρί.

  • かれいかりをこめて、テーブルにこぶしろした

    Αυτός, γεμάτος θυμό, κατέβασε τη γροθιά του στο τραπέζι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り下ろす
Παρόν (ευγενικό)
振り下ろします
Άρνηση (απλή)
振り下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
振り下ろしません
Παρελθόν (απλό)
振り下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
振り下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り下ろしませんでした
Τε-μορφή
振り下ろして
Δυνητική
振り下ろせる
Προστακτική
振り下ろせ
Βουλητική
振り下ろそう
Υποθετική (ば)
振り下ろせば