ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χορογραφώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り付ける
Παρόν (ευγενικό)
振り付けます
Άρνηση (απλή)
振り付けない
Άρνηση (ευγενική)
振り付けません
Παρελθόν (απλό)
振り付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
振り付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り付けませんでした
Τε-μορφή
振り付けて
Δυνητική
振り付けられる
Προστακτική
振り付けろ
Βουλητική
振り付けよう
Υποθετική (ば)
振り付ければ