振り付ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χορογραφώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 振り付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 振り付けます
- Άρνηση (απλή)
- 振り付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 振り付けません
- Παρελθόν (απλό)
- 振り付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 振り付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 振り付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 振り付けませんでした
- Τε-μορφή
- 振り付けて
- Δυνητική
- 振り付けられる
- Προστακτική
- 振り付けろ
- Βουλητική
- 振り付けよう
- Υποθετική (ば)
- 振り付ければ
- Υποθετική (たら)
- 振り付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 振り付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 振り付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 振り付けなさい
- Παθητική
- 振り付けられる
- Αιτιατική
- 振り付けさせる