ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τινάζω έξω, εκτινάζω
  2. 02 εκδίδω επιταγή (συναλλαγματική, γραμμάτιο κ.λπ.)
  3. 03 εκχυλίζω (π.χ. σε καυτό νερό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り出す
Παρόν (ευγενικό)
振り出します
Άρνηση (απλή)
振り出さない
Άρνηση (ευγενική)
振り出しません
Παρελθόν (απλό)
振り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
振り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り出しませんでした
Τε-μορφή
振り出して
Δυνητική
振り出せる
Προστακτική
振り出せ
Βουλητική
振り出そう
Υποθετική (ば)
振り出せば