れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεπερνώ το μέγιστο όριο (π.χ. της βελόνας ενός καντράν)

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り切れる
Παρόν (ευγενικό)
振り切れます
Άρνηση (απλή)
振り切れない
Άρνηση (ευγενική)
振り切れません
Παρελθόν (απλό)
振り切れた
Παρελθόν (ευγενικό)
振り切れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り切れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り切れませんでした
Τε-μορφή
振り切れて
Δυνητική
振り切れられる
Προστακτική
振り切れろ
Βουλητική
振り切れよう
Υποθετική (ば)
振り切れれば