ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρέφω, γυρίζω
  2. 02 διαθέτω, παραχωρώ, ορίζω (για άλλο σκοπό ή χρήση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り向ける
Παρόν (ευγενικό)
振り向けます
Άρνηση (απλή)
振り向けない
Άρνηση (ευγενική)
振り向けません
Παρελθόν (απλό)
振り向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
振り向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り向けませんでした
Τε-μορφή
振り向けて
Δυνητική
振り向けられる
Προστακτική
振り向けろ
Βουλητική
振り向けよう
Υποθετική (ば)
振り向ければ