振ふり回まわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειρίζομαι, κουνώ, κραδαίνω, ανεμίζω
  2. 02 επιδεικνύω, κάνω επίδειξη (π.χ. γνώσεων)
  3. 03 καταχρώμαι (την εξουσία μου)
  4. 04 χειραγωγώ

Παραδείγματα

  • 棒ぼうを振り回ふりまわす。

    Κουνάω ένα μπαστούνι.

  • 彼かれはいつも周まわりの人ひとを振り回ふりまわす。

    Αυτός συνέχεια χειραγωγεί τους γύρω του.

  • 彼かれは自分じぶんの専門知識せんもんちしきを振り回ふりまわしてばかりで、他人たにんの意見いけんを聞きこうとしない。

    Αυτός συνέχεια κάνει επίδειξη των εξειδικευμένων γνώσεών του και δεν προσπαθεί να ακούσει τη γνώμη των άλλων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り回す
Παρόν (ευγενικό)
振り回します
Άρνηση (απλή)
振り回さない
Άρνηση (ευγενική)
振り回しません
Παρελθόν (απλό)
振り回した
Παρελθόν (ευγενικό)
振り回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り回しませんでした
Τε-μορφή
振り回して
Δυνητική
振り回せる
Προστακτική
振り回せ
Βουλητική
振り回そう
Υποθετική (ば)
振り回せば