ばす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τινάζω (π.χ. τη βροχή από μια ομπρέλα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
振り飛ばす
Παρόν (ευγενικό)
振り飛ばします
Άρνηση (απλή)
振り飛ばさない
Άρνηση (ευγενική)
振り飛ばしません
Παρελθόν (απλό)
振り飛ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
振り飛ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振り飛ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振り飛ばしませんでした
Τε-μορφή
振り飛ばして
Δυνητική
振り飛ばせる
Προστακτική
振り飛ばせ
Βουλητική
振り飛ばそう
Υποθετική (ば)
振り飛ばせば