振ふるう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουνάω, χειρίζομαι (φυσικά), ασκώ
  2. 02 ασκώ (π.χ. εξουσία, ικανότητα), επιδεικνύω, χρησιμοποιώ (μεταφορικά)
  3. 03 ακμάζω, ευδοκιμώ, ευημερώ

Παραδείγματα

  • 彼は旗はたを振ふるった。

    Κούνησε τη σημαία.

  • 彼女かのじょは料理りょうりの腕うでを振ふるった。

    Έδειξε τις μαγειρικές της ικανότητες.

  • 彼かれは組織そしきで絶大ぜつだいな権力けんりょくを振ふるっていた。

    Ασκούσε τεράστια εξουσία στην οργάνωση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
振るう
Παρόν (ευγενικό)
振るいます
Άρνηση (απλή)
振るわない
Άρνηση (ευγενική)
振るいません
Παρελθόν (απλό)
振るった
Παρελθόν (ευγενικό)
振るいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振るわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振るいませんでした
Τε-μορφή
振るって
Δυνητική
振るえる
Προστακτική
振るえ
Βουλητική
振るおう
Υποθετική (ば)
振るえば