振作
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευημερία, άνθηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 振作する
- Παρόν (ευγενικό)
- 振作します
- Άρνηση (απλή)
- 振作しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 振作しません
- Παρελθόν (απλό)
- 振作した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 振作しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 振作しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 振作しませんでした
- Τε-μορφή
- 振作して
- Δυνητική
- 振作できる
- Προστακτική
- 振作しろ
- Βουλητική
- 振作しよう
- Υποθετική (ば)
- 振作すれば
- Υποθετική (たら)
- 振作したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 振作したい
- Απαγορευτική (~な)
- 振作するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 振作しなさい
- Παθητική
- 振作される
- Αιτιατική
- 振作させる