しんこう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προαγωγή, ενθάρρυνση

Κλίση

Παρόν (απλό)
振興する
Παρόν (ευγενικό)
振興します
Άρνηση (απλή)
振興しない
Άρνηση (ευγενική)
振興しません
Παρελθόν (απλό)
振興した
Παρελθόν (ευγενικό)
振興しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振興しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振興しませんでした
Τε-μορφή
振興して
Δυνητική
振興できる
Προστακτική
振興しろ
Βουλητική
振興しよう
Υποθετική (ば)
振興すれば