挽く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πριονίζω
- 02 αλέθω (π.χ. κόκκους καφέ), μυλωνίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挽く
- Παρόν (ευγενικό)
- 挽きます
- Άρνηση (απλή)
- 挽かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挽きません
- Παρελθόν (απλό)
- 挽いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挽きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挽かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挽きませんでした
- Τε-μορφή
- 挽いて
- Δυνητική
- 挽ける
- Προστακτική
- 挽け
- Βουλητική
- 挽こう
- Υποθετική (ば)
- 挽けば
- Υποθετική (たら)
- 挽いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挽きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 挽くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挽きなさい
- Παθητική
- 挽かれる
- Αιτιατική
- 挽かせる