とらえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνω, συλλαμβάνω, αρπάζω, αιχμαλωτίζω
  2. 02 κατανοώ (π.χ. ένα νόημα), αντιλαμβάνομαι, αποτυπώνω (π.χ. χαρακτηριστικά)
  3. 03 αιχμαλωτίζω, γοητεύω, συγκινώ

Παραδείγματα

  • かれさかなとらえた

    Έπιασε ένα ψάρι.

  • その画家がかは、モデルの特徴とくちょう見事みごととらえていた。

    Ο ζωγράφος είχε αποτυπώσει εξαιρετικά τα χαρακτηριστικά του μοντέλου.

  • 現代社会げんだいしゃかい複雑ふくざつ問題もんだい本質ほんしつとらえるには、多角的たかくてき視点してん不可欠ふかけつだ。

    Για να κατανοήσουμε την ουσία των σύνθετων προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας, είναι απαραίτητη μια πολύπλευρη προσέγγιση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
捉える
Παρόν (ευγενικό)
捉えます
Άρνηση (απλή)
捉えない
Άρνηση (ευγενική)
捉えません
Παρελθόν (απλό)
捉えた
Παρελθόν (ευγενικό)
捉えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捉えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捉えませんでした
Τε-μορφή
捉えて
Δυνητική
捉えられる
Προστακτική
捉えろ
Βουλητική
捉えよう
Υποθετική (ば)
捉えれば