かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στραγγίζω, αποστραγγίζω
  2. 02 ξεπουλώ, διαθέτω, ξεφορτώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
捌かす
Παρόν (ευγενικό)
捌かします
Άρνηση (απλή)
捌かさない
Άρνηση (ευγενική)
捌かしません
Παρελθόν (απλό)
捌かした
Παρελθόν (ευγενικό)
捌かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捌かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捌かしませんでした
Τε-μορφή
捌かして
Δυνητική
捌かせる
Προστακτική
捌かせ
Βουλητική
捌かそう
Υποθετική (ば)
捌かせば