捌く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διαχειρίζομαι επιδέξια, χειρίζομαι με ικανότητα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διευθετώ, διαχειρίζομαι, επιλύω, ταξινομώ, επεξεργάζομαι
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ετοιμάζω (κρέας ή ψάρι) για μαγείρεμα, καθαρίζω και τεμαχίζω (ψάρι)
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεπουλάω (εντελώς), διαθέτω όλο το εμπόρευμα
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεμπλέκω, ξεδιπλώνω, χωρίζω, τακτοποιώ (π.χ. το στρίφωμα ενός κιμονό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捌く
- Παρόν (ευγενικό)
- 捌きます
- Άρνηση (απλή)
- 捌かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捌きません
- Παρελθόν (απλό)
- 捌いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捌きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捌かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捌きませんでした
- Τε-μορφή
- 捌いて
- Δυνητική
- 捌ける
- Προστακτική
- 捌け
- Βουλητική
- 捌こう
- Υποθετική (ば)
- 捌けば
- Υποθετική (たら)
- 捌いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 捌きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 捌くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 捌きなさい
- Παθητική
- 捌かれる
- Αιτιατική
- 捌かせる