捌ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: はける
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πουλιέμαι καλά, ξεπουλιέμαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι κοσμογυρισμένος και καταδεκτικός, είμαι λογικός, είμαι ειλικρινής, είμαι ευθύς
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα τακτοποιούμαι, μπαίνω σε τάξη, επιλύομαι, διεκπεραιώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捌ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 捌けます
- Άρνηση (απλή)
- 捌けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捌けません
- Παρελθόν (απλό)
- 捌けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捌けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捌けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捌けませんでした
- Τε-μορφή
- 捌けて
- Δυνητική
- 捌けられる
- Προστακτική
- 捌けろ
- Βουλητική
- 捌けよう
- Υποθετική (ば)
- 捌ければ
- Υποθετική (たら)
- 捌けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 捌けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 捌けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 捌けなさい
- Παθητική
- 捌けられる
- Αιτιατική
- 捌けさせる