わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο ζυμώνω μαζί, αναμειγνύω (δύο υλικά κ.λπ.)
  2. 02 απαρχαιωμένο πλάθω (μια ιστορία), ανακατεύω αλήθειες με ψέματα, επινοώ (μια δικαιολογία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
捏ね合わせる
Παρόν (ευγενικό)
捏ね合わせます
Άρνηση (απλή)
捏ね合わせない
Άρνηση (ευγενική)
捏ね合わせません
Παρελθόν (απλό)
捏ね合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
捏ね合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捏ね合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捏ね合わせませんでした
Τε-μορφή
捏ね合わせて
Δυνητική
捏ね合わせられる
Προστακτική
捏ね合わせろ
Βουλητική
捏ね合わせよう
Υποθετική (ば)
捏ね合わせれば