つかまえる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνω, συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω, αρπάζω, περιορίζω
  2. 02 αρπάζω, πιάνω, κρατώ σφιχτά, κρατιέμαι από
  3. 03 πιάνω κάποιον, σταματώ (π.χ. έναν άγνωστο στον δρόμο), καλώ (π.χ. ταξί, σερβιτόρο), συγκρατώ κάποιον, κρατώ
  4. 04 ορμώ προς κάποιον, στρέφομαι εναντίον κάποιου, αντιμετωπίζω (κάποιον άμεσα, στο πρόσωπο)

Παραδείγματα

  • ねこがネズミをつかまえました

    Η γάτα έπιασε ένα ποντίκι.

  • 警察けいさつ犯人はんにんつかまえました

    Η αστυνομία συνέλαβε τον δράστη.

  • 駅前えきまえでタクシーをつかまえようとしましたが、なかなか空車くうしゃつかりませんでした。

    Προσπάθησα να πιάσω ένα ταξί μπροστά στον σταθμό, αλλά δεν έβρισκα εύκολα ελεύθερο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
捕まえる
Παρόν (ευγενικό)
捕まえます
Άρνηση (απλή)
捕まえない
Άρνηση (ευγενική)
捕まえません
Παρελθόν (απλό)
捕まえた
Παρελθόν (ευγενικό)
捕まえました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捕まえなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捕まえませんでした
Τε-μορφή
捕まえて
Δυνητική
捕まえられる
Προστακτική
捕まえろ
Βουλητική
捕まえよう
Υποθετική (ば)
捕まえれば