捕まる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πιέζομαι, συλλαμβάνομαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κρατιέμαι, πιάνομαι (από κάτι)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ανακαλύπτομαι (π.χ. αποδείξεις), βρίσκω (π.χ. ταξί)
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα κρατούμαι από
Παραδείγματα
-
泥棒が捕まる。
Ο κλέφτης πιάστηκε.
-
電車で席が空いていなかったので、つり革に捕まった。
Επειδή δεν υπήρχαν ελεύθερες θέσεις στο τρένο, κρατήθηκα από τη χειρολαβή.
-
不注意な運転で事故を起こし、警察に捕まってしまった。
Λόγω απρόσεκτης οδήγησης προκάλεσα ατύχημα και με συνέλαβε η αστυνομία.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捕まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 捕まります
- Άρνηση (απλή)
- 捕まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捕まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 捕まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捕まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捕まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捕まりませんでした
- Τε-μορφή
- 捕まって
- Δυνητική
- 捕まれる
- Προστακτική
- 捕まれ
- Βουλητική
- 捕まろう
- Υποθετική (ば)
- 捕まれば
- Υποθετική (たら)
- 捕まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 捕まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 捕まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 捕まりなさい
- Παθητική
- 捕まられる
- Αιτιατική
- 捕まらせる