捗々しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γρήγορος, ραγδαίος, ταχύς, ικανοποιητικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捗々しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 捗々しいです
- Άρνηση (απλή)
- 捗々しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捗々しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 捗々しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捗々しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捗々しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捗々しくなかったです
- Τε-μορφή
- 捗々しくて
- Υποθετική (ば)
- 捗々しければ
- Υποθετική (たら)
- 捗々しかったら