ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω με το ζόρι στρίβοντας

Κλίση

Παρόν (απλό)
捩じ開ける
Παρόν (ευγενικό)
捩じ開けます
Άρνηση (απλή)
捩じ開けない
Άρνηση (ευγενική)
捩じ開けません
Παρελθόν (απλό)
捩じ開けた
Παρελθόν (ευγενικό)
捩じ開けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捩じ開けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捩じ開けませんでした
Τε-μορφή
捩じ開けて
Δυνητική
捩じ開けられる
Προστακτική
捩じ開けろ
Βουλητική
捩じ開けよう
Υποθετική (ば)
捩じ開ければ