捩れる
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: よじれる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στρίβω, στραβώνω, παραμορφώνομαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα στρεβλώνομαι (για πνεύμα, σχέση κ.λπ.), διαστρέφομαι, γίνομαι διεστραμμένος, γίνομαι πεισματάρης
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα περιπλέκομαι, περιπλέκομαι, γίνομαι τεταμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捩れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 捩れます
- Άρνηση (απλή)
- 捩れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捩れません
- Παρελθόν (απλό)
- 捩れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捩れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捩れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捩れませんでした
- Τε-μορφή
- 捩れて
- Δυνητική
- 捩れられる
- Προστακτική
- 捩れろ
- Βουλητική
- 捩れよう
- Υποθετική (ば)
- 捩れれば
- Υποθετική (たら)
- 捩れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 捩れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 捩れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 捩れなさい
- Παθητική
- 捩れられる
- Αιτιατική
- 捩れさせる