ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβολή (π.χ. αποταμιεύσεων), διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης
  2. 02 μη εξοφλημένος, μη εξαγοράσιμος, αμετάκλητος, αναβαλλόμενος, σταθερός