けんちょうらい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανασυγκρότηση δυνάμεων για μια νέα επίθεση, πραγματοποίηση νέας προσπάθειας με διπλάσια ένταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
捲土重来する
Παρόν (ευγενικό)
捲土重来します
Άρνηση (απλή)
捲土重来しない
Άρνηση (ευγενική)
捲土重来しません
Παρελθόν (απλό)
捲土重来した
Παρελθόν (ευγενικό)
捲土重来しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捲土重来しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捲土重来しませんでした
Τε-μορφή
捲土重来して
Δυνητική
捲土重来できる
Προστακτική
捲土重来しろ
Βουλητική
捲土重来しよう
Υποθετική (ば)
捲土重来すれば