捺印
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποτύπωση σφραγίδας, θέσιμο σφραγίδας, σφράγιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捺印する
- Παρόν (ευγενικό)
- 捺印します
- Άρνηση (απλή)
- 捺印しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捺印しません
- Παρελθόν (απλό)
- 捺印した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捺印しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捺印しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捺印しませんでした
- Τε-μορφή
- 捺印して
- Δυνητική
- 捺印できる
- Προστακτική
- 捺印しろ
- Βουλητική
- 捺印しよう
- Υποθετική (ば)
- 捺印すれば
- Υποθετική (たら)
- 捺印したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 捺印したい
- Απαγορευτική (~な)
- 捺印するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 捺印しなさい
- Παθητική
- 捺印される
- Αιτιατική
- 捺印させる