捻くる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στριφογυρίζω, περιστρέφω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παιχνιδίζω με τα δάχτυλα, αλλάζω (π.χ. τη διατύπωση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 捻くる
- Παρόν (ευγενικό)
- 捻くります
- Άρνηση (απλή)
- 捻くらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 捻くりません
- Παρελθόν (απλό)
- 捻くった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 捻くりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 捻くらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 捻くりませんでした
- Τε-μορφή
- 捻くって
- Δυνητική
- 捻くれる
- Προστακτική
- 捻くれ
- Βουλητική
- 捻くろう
- Υποθετική (ば)
- 捻くれば
- Υποθετική (たら)
- 捻くったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 捻くりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 捻くるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 捻くりなさい
- Παθητική
- 捻くられる
- Αιτιατική
- 捻くらせる