ひねくれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι, καμπυλώνομαι, λυγίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κατσουφιάζω, κρατώ κακία, δυσανασχετώ
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα γίνομαι κακεντρεχής, γίνομαι πικρόχολος, γίνομαι διεστραμμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
捻くれる
Παρόν (ευγενικό)
捻くれます
Άρνηση (απλή)
捻くれない
Άρνηση (ευγενική)
捻くれません
Παρελθόν (απλό)
捻くれた
Παρελθόν (ευγενικό)
捻くれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捻くれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捻くれませんでした
Τε-μορφή
捻くれて
Δυνητική
捻くれられる
Προστακτική
捻くれろ
Βουλητική
捻くれよう
Υποθετική (ば)
捻くれれば