ねんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξευρίσκω (χρήματα, χρόνο κ.λπ.), καταφέρνω να βρω, συγκεντρώνω (με δυσκολία)
  2. 02 επινοώ (σχέδιο, λύση κ.λπ.), καταστρώνω, επινοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
捻出する
Παρόν (ευγενικό)
捻出します
Άρνηση (απλή)
捻出しない
Άρνηση (ευγενική)
捻出しません
Παρελθόν (απλό)
捻出した
Παρελθόν (ευγενικό)
捻出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捻出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捻出しませんでした
Τε-μορφή
捻出して
Δυνητική
捻出できる
Προστακτική
捻出しろ
Βουλητική
捻出しよう
Υποθετική (ば)
捻出すれば