きよめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκουπίζω και καθαρίζω, καθαρίζω με σάρωμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
掃き清める
Παρόν (ευγενικό)
掃き清めます
Άρνηση (απλή)
掃き清めない
Άρνηση (ευγενική)
掃き清めません
Παρελθόν (απλό)
掃き清めた
Παρελθόν (ευγενικό)
掃き清めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掃き清めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掃き清めませんでした
Τε-μορφή
掃き清めて
Δυνητική
掃き清められる
Προστακτική
掃き清めろ
Βουλητική
掃き清めよう
Υποθετική (ば)
掃き清めれば