ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκουπίζω, καθαρίζω με βούρτσα
  2. 02 μαζεύω μεταξοσκώληκες

Κλίση

Παρόν (απλό)
掃く
Παρόν (ευγενικό)
掃きます
Άρνηση (απλή)
掃かない
Άρνηση (ευγενική)
掃きません
Παρελθόν (απλό)
掃いた
Παρελθόν (ευγενικό)
掃きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掃かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掃きませんでした
Τε-μορφή
掃いて
Δυνητική
掃ける
Προστακτική
掃け
Βουλητική
掃こう
Υποθετική (ば)
掃けば