そうかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ναρκαλιεία, καθαρισμός θαλάσσης από νάρκες

Κλίση

Παρόν (απλό)
掃海する
Παρόν (ευγενικό)
掃海します
Άρνηση (απλή)
掃海しない
Άρνηση (ευγενική)
掃海しません
Παρελθόν (απλό)
掃海した
Παρελθόν (ευγενικό)
掃海しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掃海しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掃海しませんでした
Τε-μορφή
掃海して
Δυνητική
掃海できる
Προστακτική
掃海しろ
Βουλητική
掃海しよう
Υποθετική (ば)
掃海すれば