さずかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βραβεύομαι, λαμβάνω (π.χ. έναν τίτλο)
  2. 02 προικίζομαι, χαρίζομαι (π.χ. με ένα ταλέντο)
  3. 03 ευλογούμαι (π.χ. με ένα παιδί)
  4. 04 μυούμαι (π.χ. σε ένα μυστικό)

Παραδείγματα

  • どもをさずかる

    Αποκτώ παιδί.

  • かれあたらしいいのちさずかることができた。

    Κατάφερε να ευλογηθεί με μια νέα ζωή.

  • 先生せんせいから長年ながねん研究けんきゅう成果せいかとして、重要じゅうようおしえをさずかることができたのは、わたしにとっておおきなよろこびです。

    Ήταν μεγάλη χαρά για μένα που μπόρεσα να μυηθώ σε σημαντικές διδασκαλίες από τον καθηγητή, ως καρπό πολυετούς έρευνας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
授かる
Παρόν (ευγενικό)
授かります
Άρνηση (απλή)
授からない
Άρνηση (ευγενική)
授かりません
Παρελθόν (απλό)
授かった
Παρελθόν (ευγενικό)
授かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
授からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
授かりませんでした
Τε-μορφή
授かって
Δυνητική
授かれる
Προστακτική
授かれ
Βουλητική
授かろう
Υποθετική (ば)
授かれば