たなごころ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι προφανής, είμαι ολοφάνερα σωστός, δείχνω την παλάμη μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
掌を指す
Παρόν (ευγενικό)
掌を指します
Άρνηση (απλή)
掌を指さない
Άρνηση (ευγενική)
掌を指しません
Παρελθόν (απλό)
掌を指した
Παρελθόν (ευγενικό)
掌を指しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掌を指さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掌を指しませんでした
Τε-μορφή
掌を指して
Δυνητική
掌を指せる
Προστακτική
掌を指せ
Βουλητική
掌を指そう
Υποθετική (ば)
掌を指せば