掌を指す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός είμαι προφανής, είμαι ολοφάνερα σωστός, δείχνω την παλάμη μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掌を指す
- Παρόν (ευγενικό)
- 掌を指します
- Άρνηση (απλή)
- 掌を指さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掌を指しません
- Παρελθόν (απλό)
- 掌を指した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掌を指しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掌を指さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掌を指しませんでした
- Τε-μορφή
- 掌を指して
- Δυνητική
- 掌を指せる
- Προστακτική
- 掌を指せ
- Βουλητική
- 掌を指そう
- Υποθετική (ば)
- 掌を指せば
- Υποθετική (たら)
- 掌を指したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掌を指したい
- Απαγορευτική (~な)
- 掌を指すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掌を指しなさい
- Παθητική
- 掌を指される
- Αιτιατική
- 掌を指させる