はいする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμερίζω, υπερνικώ (π.χ. δυσκολίες), απορρίπτω
  2. 02 παρατάσσω, βάζω σε τάξη
  3. 03 αρχαϊκό ανοίγω σπρώχνοντας

Κλίση

Παρόν (απλό)
排する
Παρόν (ευγενικό)
排します
Άρνηση (απλή)
排しない
Άρνηση (ευγενική)
排しません
Παρελθόν (απλό)
排した
Παρελθόν (ευγενικό)
排しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
排しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
排しませんでした
Τε-μορφή
排して
Δυνητική
排できる
Προστακτική
排しろ
Βουλητική
排しよう
Υποθετική (ば)
排すれば