排出
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απόρριψη, εκκένωση, εκπομπή (π.χ. διοξειδίου του άνθρακα), εξαγωγή, απέκκριση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 排出する
- Παρόν (ευγενικό)
- 排出します
- Άρνηση (απλή)
- 排出しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 排出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 排出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 排出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 排出しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 排出しませんでした
- Τε-μορφή
- 排出して
- Δυνητική
- 排出できる
- Προστακτική
- 排出しろ
- Βουλητική
- 排出しよう
- Υποθετική (ば)
- 排出すれば
- Υποθετική (たら)
- 排出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 排出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 排出するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 排出しなさい
- Παθητική
- 排出される
- Αιτιατική
- 排出させる