はい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καυσαέριο, εκπομπή (αερίων από κινητήρα)
  2. 02 αποβολή (αέρα), εξαερισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
排気する
Παρόν (ευγενικό)
排気します
Άρνηση (απλή)
排気しない
Άρνηση (ευγενική)
排気しません
Παρελθόν (απλό)
排気した
Παρελθόν (ευγενικό)
排気しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
排気しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
排気しませんでした
Τε-μορφή
排気して
Δυνητική
排気できる
Προστακτική
排気しろ
Βουλητική
排気しよう
Υποθετική (ば)
排気すれば