掘り当てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εντοπίζω (χρυσό, πετρέλαιο κ.λπ.), βρίσκω (π.χ. θαμμένο θησαυρό), ανασκάπτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掘り当てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 掘り当てます
- Άρνηση (απλή)
- 掘り当てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掘り当てません
- Παρελθόν (απλό)
- 掘り当てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掘り当てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掘り当てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掘り当てませんでした
- Τε-μορφή
- 掘り当てて
- Δυνητική
- 掘り当てられる
- Προστακτική
- 掘り当てろ
- Βουλητική
- 掘り当てよう
- Υποθετική (ば)
- 掘り当てれば
- Υποθετική (たら)
- 掘り当てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掘り当てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 掘り当てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掘り当てなさい
- Παθητική
- 掘り当てられる
- Αιτιατική
- 掘り当てさせる