かり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω σχέση με κάτι, ενδιαφέρομαι για κάτι, συνδέομαι με κάτι, διατηρώ σχέσεις με κάτι
  2. 02 εμπλέκομαι σε κάτι (αρνητικό), περιπλέκομαι σε κάτι, μπλέκομαι σε κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
掛かり合う
Παρόν (ευγενικό)
掛かり合います
Άρνηση (απλή)
掛かり合わない
Άρνηση (ευγενική)
掛かり合いません
Παρελθόν (απλό)
掛かり合った
Παρελθόν (ευγενικό)
掛かり合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掛かり合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掛かり合いませんでした
Τε-μορφή
掛かり合って
Δυνητική
掛かり合える
Προστακτική
掛かり合え
Βουλητική
掛かり合おう
Υποθετική (ば)
掛かり合えば