かり

επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: かかり

  1. 01 επίθημα απαιτούμενη ποσότητα (χρόνου, ατόμων κ.λπ.)
  2. 02 επίθημα παρόμοιος με...
  3. 03 επίθημα εξαρτώμενος από..., βασιζόμενος σε...
  4. 04 επίθημα κατά τη διάρκεια..., όταν..., εν μέσω...