ける

ρήμα, επίθημα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κρεμώ (π.χ. παλτό, πίνακα στον τοίχο), αφήνω να κρέμεται, αναρτώ, υψώνω (π.χ. πανί, σημαία)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σκεπάζω (π.χ. κουβέρτα), τοποθετώ πάνω σε, καλύπτω, απλώνω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα φοράω (π.χ. γυαλιά), φέρω (π.χ. κολιέ)
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα πραγματοποιώ (τηλεφωνική κλήση)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα δαπανώ (χρόνο, χρήμα), ξοδεύω, χρησιμοποιώ
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα περιχύνω (υγρό), πασπαλίζω (σκόνη ή μπαχαρικά), καταβρέχω, ρίχνω (π.χ. νερό) πάνω σε
  7. 07 συνήθως γραμμένο με κάνα θέτω σε λειτουργία (μηχανή, ραδιόφωνο), ρυθμίζω (καντράν, ξυπνητήρι), βάζω να παίξει (DVD, τραγούδι), χρησιμοποιώ (συσκευή, εργαλείο)
  8. 08 συνήθως γραμμένο με κάνα προκαλώ (ταλαιπωρία, ενόχληση), επιβαρύνω (κάποιον), επιβάλλω
  9. 09 συνήθως γραμμένο με κάνα πολλαπλασιάζω (αριθμητική πράξη)
  10. 10 συνήθως γραμμένο με κάνα ασφαλίζω (π.χ. κλειδαριά)
  11. 11 συνήθως γραμμένο με κάνα κάθομαι, αναπαύω (κάτι πάνω σε κάτι άλλο), στηρίζω (κάτι πάνω σε κάτι άλλο)
  12. 12 συνήθως γραμμένο με κάνα δένω
  13. 13 συνήθως γραμμένο με κάνα στοιχηματίζω, ποντάρω, ρισκάρω, διακινδυνεύω, τζογάρω
  14. 14 συνήθως γραμμένο με κάνα επιφέρω (ξόρκι, αναισθητικό)
  15. 15 συνήθως γραμμένο με κάνα διοργανώνω (θεατρικό έργο, φεστιβάλ)
  16. 16 συνήθως γραμμένο με κάνα τρέφω (συναίσθημα, π.χ. οίκτο, ελπίδα)
  17. 17 συνήθως γραμμένο με κάνα παραπέμπω (στο δικαστήριο), συζητώ (σε σύσκεψη), παρουσιάζω (π.χ. ιδέα σε συνέδριο)
  18. 18 συνήθως γραμμένο με κάνα αυξάνω περαιτέρω
  19. 19 συνήθως γραμμένο με κάνα παγιδεύω (σε παγίδα)
  20. 20 συνήθως γραμμένο με κάνα τοποθετώ στην κορυφή
  21. 21 συνήθως γραμμένο με κάνα στήνω (πρόχειρο κτίσμα)
  22. 22 συνήθως γραμμένο με κάνα ασφαλίζω (κάνω ασφάλεια)
  23. 23 συνήθως γραμμένο με κάνα χρησιμοποιώ λογοπαίγνιο, χρησιμοποιώ λέξη ως συνδετική, παίζω με τις λέξεις
  24. 24 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα έχω ξεκινήσει να κάνω, αρχίζω (χωρίς να ολοκληρώνω), είμαι έτοιμος να κάνω
  25. 25 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα απευθύνομαι (σε κάποιον), κατευθύνω (κάτι προς κάποιον), κάνω (κάτι σε κάποιον)

Παραδείγματα

  • 眼鏡めがねける

    Φοράω γυαλιά.

  • はは電話でんわけます

    Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα μου.

  • かれ仕事しごと無理むりをしないか、けている。

    Ανησυχώ μήπως καταπονείται με τη δουλειά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
掛ける
Παρόν (ευγενικό)
掛けます
Άρνηση (απλή)
掛けない
Άρνηση (ευγενική)
掛けません
Παρελθόν (απλό)
掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掛けませんでした
Τε-μορφή
掛けて
Δυνητική
掛けられる
Προστακτική
掛けろ
Βουλητική
掛けよう
Υποθετική (ば)
掛ければ