ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπραγματεύομαι (με κάποιον για κάτι), συζητώ (κάτι με κάποιον), έρχομαι σε επαφή (με κάποιον για κάποιο θέμα), παζαρεύω
  2. 02 περιλούζω ο ένας τον άλλον, ρίχνω νερό ο ένας στον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
掛け合う
Παρόν (ευγενικό)
掛け合います
Άρνηση (απλή)
掛け合わない
Άρνηση (ευγενική)
掛け合いません
Παρελθόν (απλό)
掛け合った
Παρελθόν (ευγενικό)
掛け合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掛け合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掛け合いませんでした
Τε-μορφή
掛け合って
Δυνητική
掛け合える
Προστακτική
掛け合え
Βουλητική
掛け合おう
Υποθετική (ば)
掛け合えば