掛け合わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πολλαπλασιάζω
- 02 διασταυρώνω, υβριδοποιώ
- 03 αναμειγνύω (π.χ. χρώματα ζωγραφικής)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掛け合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 掛け合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 掛け合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掛け合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 掛け合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掛け合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掛け合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掛け合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 掛け合わせて
- Δυνητική
- 掛け合わせられる
- Προστακτική
- 掛け合わせろ
- Βουλητική
- 掛け合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 掛け合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 掛け合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掛け合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 掛け合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掛け合わせなさい
- Παθητική
- 掛け合わせられる
- Αιτιατική
- 掛け合わせさせる