ごえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κραυγή ενθάρρυνσης ή συντονισμού (χρησιμοποιείται για να δώσει τον ρυθμό ή να εμψυχώσει μια δραστηριότητα, π.χ. «έλα και πάμε!»)

Κλίση

Παρόν (απλό)
掛け声する
Παρόν (ευγενικό)
掛け声します
Άρνηση (απλή)
掛け声しない
Άρνηση (ευγενική)
掛け声しません
Παρελθόν (απλό)
掛け声した
Παρελθόν (ευγενικό)
掛け声しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掛け声しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掛け声しませんでした
Τε-μορφή
掛け声して
Δυνητική
掛け声できる
Προστακτική
掛け声しろ
Βουλητική
掛け声しよう
Υποθετική (ば)
掛け声すれば