ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατέχω δύο ή περισσότερες θέσεις ταυτόχρονα, εκτελώ διαφορετικές εργασίες παράλληλα

Κλίση

Παρόν (απλό)
掛け持つ
Παρόν (ευγενικό)
掛け持ちます
Άρνηση (απλή)
掛け持たない
Άρνηση (ευγενική)
掛け持ちません
Παρελθόν (απλό)
掛け持った
Παρελθόν (ευγενικό)
掛け持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掛け持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掛け持ちませんでした
Τε-μορφή
掛け持って
Δυνητική
掛け持てる
Προστακτική
掛け持て
Βουλητική
掛け持とう
Υποθετική (ば)
掛け持てば