掛け違う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κουμπώνω λάθος (κουμπιά), κρεμάω σε λάθος σημείο
- 02 διαφέρω, συγκρούομαι, έρχομαι σε αντίθεση
- 03 αστοχώ στη συνάντηση, διασταυρώνομαι χωρίς να συναντηθώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掛け違う
- Παρόν (ευγενικό)
- 掛け違います
- Άρνηση (απλή)
- 掛け違わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掛け違いません
- Παρελθόν (απλό)
- 掛け違った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掛け違いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掛け違わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掛け違いませんでした
- Τε-μορφή
- 掛け違って
- Δυνητική
- 掛け違える
- Προστακτική
- 掛け違え
- Βουλητική
- 掛け違おう
- Υποθετική (ば)
- 掛け違えば
- Υποθετική (たら)
- 掛け違ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掛け違いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 掛け違うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掛け違いなさい
- Παθητική
- 掛け違われる
- Αιτιατική
- 掛け違わせる