かすめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κλέβω, ληστεύω, αρπάζω, βάζω στην τσέπη μου, λεηλατώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπατώ, ξεγελώ, εξαπατώ
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ξύνω (περνώντας), γλιστρώ από πάνω, αγγίζω ελαφρώς, ακουμπώ απαλά
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα εμφανίζομαι και εξαφανίζομαι γρήγορα (σκέψη, χαμόγελο κ.λπ.), περνώ φευγαλέα (από το μυαλό, στο πρόσωπο)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω (κάτι) ενώ κανείς δεν βλέπει
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό υπονοώ, προτείνω, υποβάλλω έμμεσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
掠める
Παρόν (ευγενικό)
掠めます
Άρνηση (απλή)
掠めない
Άρνηση (ευγενική)
掠めません
Παρελθόν (απλό)
掠めた
Παρελθόν (ευγενικό)
掠めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掠めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掠めませんでした
Τε-μορφή
掠めて
Δυνητική
掠められる
Προστακτική
掠めろ
Βουλητική
掠めよう
Υποθετική (ば)
掠めれば