掠め奪う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λεηλατώ, λαφυραγωγώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掠め奪う
- Παρόν (ευγενικό)
- 掠め奪います
- Άρνηση (απλή)
- 掠め奪わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掠め奪いません
- Παρελθόν (απλό)
- 掠め奪った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掠め奪いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掠め奪わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掠め奪いませんでした
- Τε-μορφή
- 掠め奪って
- Δυνητική
- 掠め奪える
- Προστακτική
- 掠め奪え
- Βουλητική
- 掠め奪おう
- Υποθετική (ば)
- 掠め奪えば
- Υποθετική (たら)
- 掠め奪ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掠め奪いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 掠め奪うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掠め奪いなさい
- Παθητική
- 掠め奪われる
- Αιτιατική
- 掠め奪わせる