かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γρατζουνάω (π.χ. σφαίρα), αγγίζω ελαφρώς
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κρατάω ποσοστό, εκμεταλλεύομαι, απομυζώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
掠る
Παρόν (ευγενικό)
掠ります
Άρνηση (απλή)
掠らない
Άρνηση (ευγενική)
掠りません
Παρελθόν (απλό)
掠った
Παρελθόν (ευγενικό)
掠りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掠らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掠りませんでした
Τε-μορφή
掠って
Δυνητική
掠れる
Προστακτική
掠れ
Βουλητική
掠ろう
Υποθετική (ば)
掠れば