かすれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θολώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βραχνιάζω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα γρατζουνίζω, αγγίζω ελαφρά

Κλίση

Παρόν (απλό)
掠れる
Παρόν (ευγενικό)
掠れます
Άρνηση (απλή)
掠れない
Άρνηση (ευγενική)
掠れません
Παρελθόν (απλό)
掠れた
Παρελθόν (ευγενικό)
掠れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掠れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掠れませんでした
Τε-μορφή
掠れて
Δυνητική
掠れられる
Προστακτική
掠れろ
Βουλητική
掠れよう
Υποθετική (ば)
掠れれば