探しあぐねる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο παραιτούμαι από την αναζήτηση κάποιου ή κάποιου πράγματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 探しあぐねる
- Παρόν (ευγενικό)
- 探しあぐねます
- Άρνηση (απλή)
- 探しあぐねない
- Άρνηση (ευγενική)
- 探しあぐねません
- Παρελθόν (απλό)
- 探しあぐねた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 探しあぐねました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 探しあぐねなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 探しあぐねませんでした
- Τε-μορφή
- 探しあぐねて
- Δυνητική
- 探しあぐねられる
- Προστακτική
- 探しあぐねろ
- Βουλητική
- 探しあぐねよう
- Υποθετική (ば)
- 探しあぐねれば
- Υποθετική (たら)
- 探しあぐねたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 探しあぐねたい
- Απαγορευτική (~な)
- 探しあぐねるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 探しあぐねなさい
- Παθητική
- 探しあぐねられる
- Αιτιατική
- 探しあぐねさせる