さがしあぐねる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο παραιτούμαι από την αναζήτηση κάποιου ή κάποιου πράγματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
探しあぐねる
Παρόν (ευγενικό)
探しあぐねます
Άρνηση (απλή)
探しあぐねない
Άρνηση (ευγενική)
探しあぐねません
Παρελθόν (απλό)
探しあぐねた
Παρελθόν (ευγενικό)
探しあぐねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
探しあぐねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
探しあぐねませんでした
Τε-μορφή
探しあぐねて
Δυνητική
探しあぐねられる
Προστακτική
探しあぐねろ
Βουλητική
探しあぐねよう
Υποθετική (ば)
探しあぐねれば