探す
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναζητώ, ψάχνω, κυνηγώ
- 02 ψάχνω, ερευνώ (ένα σπίτι, μια τσέπη κ.λπ.), ψαχουλεύω (π.χ. ένα συρτάρι)
Παραδείγματα
-
鍵を探します。
Ψάχνω τα κλειδιά.
-
なくした財布を探しています。
Ψάχνω το πορτοφόλι μου που έχασα.
-
最近、引っ越しを考えていて、日当たりが良くて駅に近いアパートを探しているところです。
Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι να μετακομίσω και ψάχνω ένα διαμέρισμα που να είναι ηλιόλουστο και κοντά στο σταθμό.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 探す
- Παρόν (ευγενικό)
- 探します
- Άρνηση (απλή)
- 探さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 探しません
- Παρελθόν (απλό)
- 探した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 探しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 探さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 探しませんでした
- Τε-μορφή
- 探して
- Δυνητική
- 探せる
- Προστακτική
- 探せ
- Βουλητική
- 探そう
- Υποθετική (ば)
- 探せば
- Υποθετική (たら)
- 探したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 探したい
- Απαγορευτική (~な)
- 探すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 探しなさい
- Παθητική
- 探される
- Αιτιατική
- 探させる